Η εξάρτηση του δράστη από τις ναρκωτικές ουσίες και η επίδρασή της στην προδικασία, στη διαδικασία στο ακροατήριο και στην εκτέλεση της ποινής σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν. 4322/2015

Επιμέλεια Λάμπρος Τσόγκας,

Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας

Με το άρθρο 10 ν.4322/2015 επήλθε αντικατάσταση των περ. α’ και β΄του πρώτου εδαφίου του άρθρου 31 Ν.4139/2013 όπως επίσης στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 32 του νόμου αυτού. Επιπλέον αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 33, ενώ περαιτέρω αντικαταστάθηκαν τα άρθρα 34 και  35 ν. 4139/2013.

Η συστηματοποίηση των νομοθετικών μεταβολών και η πρακτική εφαρμογή τους μπορεί να αποκρυσταλλωθεί ως εξής:

===Κατά το άρθρο 31 ν.4139/13 αν έχει τελεστεί από οποιονδήποτε έγκλημα από τα περιγραφόμενα στα άρθρα 20-25, 29, 30§4 του ίδιου νόμου, όπως επίσης αν έχει τελεστεί οποιοδήποτε κακούργημα ή πλημμέλημα, που η ύπαρξη του στην εμπειρική πραγματικότητα δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνο για την εξασφάλιση της εξακολούθησης της χρήσης ναρκωτικών ουσιών από άτομο, το οποίο έχει ήδη την έξη της χρήσης τους ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, τότε για τον κατηγορούμενο υπάρχουν οι εξής δικονομικές δυνατότητες:

Ιη λύση. Αν ήδη είναι κατηγορούμενος για κακούργημα από τα προαναφερθέντα, ο ανακριτής -εφόσον όμως και ο εισαγγελέας συμφωνήσει- μπορεί αντί για την επιβολή προσωρινής κράτησης να επιβάλει τον περιοριστικό όρο της εισαγωγής σε θεραπευτικό πρόγραμμα για την απεξάρτηση του δράστη. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος  πρέπει να έχει την ιδιότητα του δράστη ή του συμμετόχου σε κακούργημα, που συνδέεται με την εξακολούθηση της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, σε βάρος του να απειλείται προσωρινή κράτηση, δηλ. να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 282 ΚΠΔ και ο εισαγγελέας να έχει ήδη γνωμοδοτήσει θετικά στον ανακριτή για την υιοθέτηση της λύσης της συμμετοχής σε πρόγραμμα απεξάρτησης, παρά το ότι θα μπορούσε να επιβληθεί σε βάρος του κατηγορουμένου προσωρινή κράτηση. Άλλως ο ανακριτής δεν μπορεί να προβεί στη απόφαση να επιβάλει τον εν λόγω περιοριστικό όρο.

2η λύση.  Ο κατηγορούμενος (και μόνο), που εμπλέκεται σε πράξεις με τα πιο πάνω αναφερθέντα χαρακτηριστικά, που πλέον αντιμετωπίζει τον δικονομικό καταναγκασμό της προσωρινής κράτησης, μπορεί να ζητήσει από το Συμβούλιο της Φυλακής (δηλ. τριμελές συμβούλιο, στο οποίο δεν συμμετέχει ο επόπτης εισαγγελέας της φυλακής) να παρακολουθήσει το ειδικό πρόγραμμα απεξάρτησης.  Μόλις αυτό γίνει πρέπει δια της υπηρεσιακής οδού να ενταχθεί σε διαδικασία διάγνωσης της κατάστασής του και αποτοξίνωσής του σε επίπεδο σωματικών αναγκών (εφόσον έχει γίνει θετική διάγνωση) από τις ουσίες για διάστημα από μία έως τρεις εβδομάδες ανάλογα με τη βαρύτητα της κατάστασής του με βάση την αξιολόγηση του υπευθύνου του προγράμματος. Το συμβούλιο της φυλακής με την προσθήκη του υπευθύνου του προγράμματος, που πια με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης είναι ειδικό συλλογικό όργανο, αφού αποφανθεί θετικά για το ότι ο κατηγορούμενος διήλθε με επιτυχία την πιο πάνω περιγραφείσα φάση της σωματικής αποτοξίνωσης, επιτρέπει στον κατηγορούμενο να παρακολουθήσει πλέον ειδικό πρόγραμμα ψυχολογικής απεξάρτησης. Οι εν λόγω φάσεις της σωματικής και ψυχολογικής απεξάρτησης για τον προσωρινά κρατούμενο, που όμως είναι κατηγορούμενος για τις πράξεις, που αναφέρθηκαν πιο πάνω και μόνο, ολοκληρώνονται εντός θεραπευτικών καταστημάτων του άρθρου 51 ν.4139/13 ή ειδικών καταστημάτων κράτησης ή καταστημάτων κράτησης, που λειτουργεί τέτοιο πρόγραμμα. Φυσικά στα θεραπευτικά αυτά καταστήματα ο κατηγορούμενος παραμένει υπό φρούρηση, η δε παραμονή του στα θεραπευτικά αυτά καταστήματα ή στα ειδικά καταστήματα κράτησης ή σε καταστήματα κράτησης με τέτοια προγράμματα λογίζεται ως χρόνος προσωρινής κράτησης και σε περίπτωση καταδίκης σε κάθειρξη ή φυλάκιση ως χρόνος έκτισης της ποινής.

===Περαιτέρω ειδική μεταχείριση του κατηγορουμένου υπάρχει και σε επίπεδο άσκησης ποινικής δίωξης. Έτσι κατά τα διαλαμβανόμενα στην §1 του άρθρου 32 ν.4139/13 σε περίπτωση τέλεσης των ήδη αναφερθέντων εγκλημάτων εκτός του άρθρου 23 του ν.4139 και των άρθρων 187Α, 299, 310§3, 311, 322, 323, 324, 336, 380§2 ΠΚ, εφόσον ο δράστης πριν την άσκηση ποινικής δίωξης συμμετέχει σε πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης των οργανισμών του άρθρου 51 ν.4139 τότε υπάρχουν οι εξής προοπτικές:

 Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών εκδίδει διάταξη, που υποβάλει στον Εισαγγελέα Εφετών, εξηγώντας τους λόγους, που αναβάλει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την άσκηση ποινικής δίωξης για τις πράξεις, για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω. Ο Εισαγγελέας Εφετών μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει τη διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών, προφανώς με αντίστοιχη αιτιολογία. Το χρονικό διάστημα της αναβολής της ποινικής δίωξης μπορεί να παραταθεί αν πιστοποιείται η πρόοδος του δράστη για την απεξάρτησή του σε έκθεση του υπευθύνου του προγράμματος, που συντάσσεται για το λόγο αυτό . Η αναβολή όμως μπορεί να μετατραπεί σε οριστική αποχή από την άσκηση ποινικής δίωξης με πρόταση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών στο Συμβούλιο Πλημ/κων. Το μοναδικό κριτήριο, που πρέπει να εκπληρώνεται για την αποδοχή της σχετικής πρότασης, εφόσον βέβαια πρόκειται για το δράστη των εγκλημάτων, για τα οποία εφαρμόζεται η πιο πάνω διάταξη, είναι, ότι η άσκηση ποινικής δίωξης θα θέσει σε κίνδυνο την κοινωνική επανένταξη του δράστη. Τα ευεργετήματα της αναβολής της ποινικής δίωξης, της οριστικής αποχής από αυτήν παρέχονται μόνο μια φορά στο δράστη, άρα σε περίπτωση τέλεσης νέας πράξης δεν μπορούν να επαναληφθούν. Ως εκ τούτου είναι αναγκαία η διασύνδεση των πληροφοριών των εισαγγελιών της χώρας για την εφαρμογή του μέτρου.

Τα ευεργετήματα του πιο πάνω δράστη κατά το άρθρο 32 ν.4139/13 μετά την άσκηση ποινικής δίωξης είναι τα εξής:

1ον Ο επιφορτισμένος με την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης εισαγγελέας  μπορεί να αναστείλει με διάταξή του με τις ανωτέρω προϋποθέσεις την ισχύ του. Αν όμως η ισχύς του έχει διατηρηθεί με σύμφωνη γνώμη του Προέδρου Εφετών ή με βούλευμα τότε αποφαίνεται το συμβούλιο, όπου εκκρεμεί το ζήτημα.

2ον Το δικαστήριο, που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση για το δράστη των εγκλημάτων, για τα οποία γίνεται λόγος, διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης τόσο της κάθειρξης ή της φυλάκισης όσο και της χρηματικής ποινής εάν ο δράστης παρακολουθεί πρόγραμμα απεξάρτησης στους εγκεκριμένους φορείς του άρθρου 51 ν.4139/2013 εκτός όμως φυλακών μέχρι να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα με τις επιπλέον προϋποθέσεις, ότι οι επιβληθείσες ποινές αφορούν πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την εισαγωγή του δράστη στο πρόγραμμα και ο υπεύθυνος του προγράμματος βεβαιώνει τη συνέπεια του δράστη στην τήρηση του προγράμματος. Η αναστολή χορηγείται μόνο με τον όρο της συνέχισης παρακολούθησης και ολοκλήρωσης του προγράμματος και ανακαλείται αν διαπιστωθεί η μη τήρησή του.

===Ο δράστης όμως των πράξεων, για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 32 ν.4139/13, έχει ένα ακόμη ευεργέτημα μετά την καταδίκη του. Το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση, χωρίς να απαιτείται να διέλθει μέσα από δίοδο των άρθρων 99 επ. ΠΚ, είναι υποχρεωμένο να αναστείλει την ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης και της χρηματικής ποινής για διάστημα τριών έως έξι ετών με όρους, που σχετίζονται με τη διαπίστωση και διατήρηση της απεξάρτησης. Προϋπόθεση για τη χορήγηση της αναστολής είναι ο δράστης να τέλεσε τις πιο πάνω πράξεις πριν την εισαγωγή του σε θεραπευτικό πρόγραμμα. Αυτοί, που απολαμβάνουν το ανωτέρω μέτρο, είναι όσοι έχουν καταδικαστεί οριστικά ή τελεσίδικα, οπότε το αίτημά τους κρίνεται αντίστοιχα από το πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Η αναστολή μπορεί να ανακληθεί αν δεν τηρηθούν οι όροι της, ενώ η τήρησή τους στο διάστημα δοκιμασίας έχει ως αποτέλεσμα ότι η ποινή θεωρείται ότι δεν έχει επιβληθεί.

===Ακόμη στην §2 του άρθρου 33 ν.4139/13 καθιερώνεται τεκμήριο ελάχιστης διάρκειας της έξης ναρκωτικών ουσιών, αφού ο αποκτών βεβαίωση ολοκλήρωσης του προγράμματος σε οργανισμό του άρθρου 51 θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για παρακολούθηση θεραπείας μέχρι τη συμπλήρωση τουλάχιστον πέντε ετών πριν την παρακολούθηση, βρίσκεται σε κατάσταση έξης ναρκωτικών ουσιών. Ανακύπτει όμως ερμηνευτικό ζήτημα για το τι περιλαμβάνει το τεκμήριο. Τούτο διότι σύμφωνα με την υπ’αριθμ. 1556/2013 απόφαση του ΑΠ με τέτοια αιτία (όπως ήδη εισαγόταν και με τις προϊσχύσασες διατάξεις) δεν θεμελιώνεται τεκμήριο τοξικομανίας (κατά το χρόνο εισαγωγής για τις προϊσχύσασες διατάξεις και για πέντε έτη πριν με την ήδη υφισταμένη) καθόσον κατά το άρθρο 30§1 ν.4139/13 τοξικομανείς είναι όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και σωρευτικώς δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις. Με βάση τη θέση αυτή σε συνδυασμό με το ότι με την υπ’αριθμ. 656/2008 απόφαση του ΑΠ έγινε δεκτό. ότι η συμπλήρωση επιτυχούς παρακολούθησης προγράμματος απεξάρτησης για πράξη, που τελέστηκε πριν την εισαγωγή, μπορεί να θεμελιώσει λόγο αναγνώρισης ελαφρυντικής περίστασης, μάλλον στην παγίωση της αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης μπορεί να γίνει λόγος ότι συμβάλει η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 33. Το ζήτημα θα ανακύψει στην πράξη λόγω του περιεχομένου της αιτιολογικής έκθεσης, κατά το οποίο το τεκμήριο όσων έχουν συμπληρώσει με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα, ότι είχαν αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να επεκτείνεται και στο προηγούμενο χρονικό διάστημα αυτής, όπως πραγματικά συμβαίνει, αφού η διαδικασία απεξάρτησης προϋποθέτει και μια μακρόχρονη εξακολούθηση της εν λόγω συμπεριφοράς. Με βάση λοιπόν τη μέχρι τώρα νομολογιακή προσέγγιση το τεκμήριο των πέντε ετών για την έξη της χρήσης μόνο για αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης για το αντίστοιχο χρονικό  διάστημα μπορεί να λειτουργήσει με την αναγκαία προϋπόθεση της επιτυχούς ολοκλήρωσης του προγράμματος.

===Επιπλέον κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 34 ν.4139/13 στον καταδικασθέντα για τα αδικήματα του άρθρου 32 ν.4139/13 και ήδη πια κρατούμενο για αυτά παρέχονται παρόμοιας φύσης ευεργετήματα με εκείνον, που είναι προσωρινά κρατούμενος και απολαμβάνει τα σχετικά ευεργετήματα κατά τα αναφερόμενα ήδη  στο άρθρο 31 ν.4139.

===Τέλος εκείνο, που πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα στο νόμο περί ναρκωτικών όσον αφορά το στάδιο της εκτέλεσης της ποινής είναι ότι στο άρθρο 35 παρέχονται δύο μορφές υφ’ όρον απόλυσης με σχέση αλληλοεπικάλυψης στο  πεδίο εφαρμογής τους.

Η πρώτη αφορά το δράστη των εγκλημάτων, που αναφέρονται στο άρθρο 32 ν.4139/13. ‘Ετσι κατά την §1 του άρθρου 35 Ν.4139/13 αν ο εν λόγω δράστης εκτίει ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης σε σωφρονιστικό κατάστημα και έτυχε σε συνθήκες στέρησης της ελευθερίας του παρακολούθησης προγράμματος σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης εντός εγκεκριμένου οργανισμού κατά το άρθρο 51 και βεβαιώνεται η παρακολούθησή του εγγράφως από τον υπεύθυνο του προγράμματος, μπορεί να απολυθεί υφ’όρον από το Συμβούλιο Πλημ/κων του τόπου εκτισης της ποινής. Η απόλυση μάλιστα μπορεί να γίνει χωρίς να συμπληρωθούν τα χρονικά όρια, που αναφέρονται στα άρθρο 105 επ. ΠΚ, αρκεί όμως να έχει συμπληρωθεί το 1/6 της ποινής και με τον όρο της παρακολούθησης και ολοκλήρωσης προγράμματος απεξάρτησης. Αν γίνει τέτοια υφ’όρον απόλυση τότε οι υπεύθυνοι του προγράμματος έχουν την υποχρέωση να ενημερώνουν τον αρμόδιο εισαγγελέα την πρώτη ημέρα κάθε δεύτερου μήνα για τη συνεχή παρακολούθηση, την πρόοδο, τη σταθεροποίηση και τέλος την ολοκλήρωση του προγράμματος από το δράστη με σχετικό δελτίο που θα αποστέλλουν. Αν δεν τηρηθεί η συνεχής παρακολούθηση του προγράμματος με βούλευμα του οικείου Συμβουλίου Πλημμελειοδικών η απόλυση ανακαλείται. Η δεύτερη μορφή απόλυσης προβλέπεται στην §2 του άρθρου 35 Ν.4139/13 και αφορά οποιονδήποτε καταδικασθέντα για οποιοδήποτε έγκλημα. Αν τούτος εκτίει ποινή φυλάκισης και επιπλέον παρακολουθεί πρόγραμμα σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης εντός φυλακής από εγκεκριμένο οργανισμό, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης ύστερα από τη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής, που μνημονεύτηκε πιο πάνω κατά την εφαρμογή του άρθρου 31 Ν.4139, μπορεί να διατάξει την υφ’ όρον απόλυσή του μη δεσμευόμενο από τα χρονικά όρια των άρθρων 105 επ. ΠΚ. Αναγκαία προϋπόθεση είναι η επιτυχής παρακολούθηση του προγράμματος, ενώ ως όρος μπορεί να επιβληθεί η εμφάνιση του απολυομένου ανά τακτά χρονικά διαστήματα σε ειδικό θεραπευτικό κατάστημα για εξετάσεις σχετικά με την απεξάρτησή του. Σε περίπτωση διαπίστωσης  νέας χρήσης ναρκωτικών ουσιών το θεραπευτικό κατάστημα έχει υποχρέωση να ενημερώσει τον αρμόδιο Εισαγγελέα για την ανάκληση της απόλυσης. Με βάση όλα τα ανωτέρω και αφού ο νόμος δεν ορίζει ότι όποιος καταδικάστηκε σε φυλάκιση για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 32 ν.4139/13 μπορεί να απολυθεί υπό όρο, προκύπτει,  ότι η ρύθμιση της παραγράφου 2 ισχύει και για τους καταδικασθέντες του άρθρου 32 Ν.4139/13  σε ποινή φυλάκισης, οπότε γι’αυτούς συντρέχει παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2.

ΑΠ 1556/2013

Κατά την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 4139/2013 που ορίζει τις έννομες συνέπειες της ολοκληρώσεως θεραπευτικού προγράμματος απεξαρτήσεως εκτός σωφρονιστικών καταστημάτων: “Όποιος έχει βεβαίωση ολοκλήρωσης εγκεκριμένου κατά νόμο συμβουλευτικού ή θεραπευτικού προγράμματος σωματικής αποτοξίνωσης με ή χωρίς υποκατάστατα και σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης θεωρείται ότι κατά την εισαγωγή του για θεραπεία είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών”. Η διάταξη αυτή (όπως και η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 31 παρ. 8 του ν. 3459/2006 Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά) δεν έχει την έννοια τεκμηρίου τοξικομανίας κατά τον χρόνο εισαγωγής για θεραπεία, καθ’ όσον τόσον κατά την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 3459/2006 Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά όσον και του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013 τοξικομανείς είναι όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και (σωρευτικώς) δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις.
Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη ορθώς ερμήνευσε την άνω διάταξη και ως προς το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη διότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της άνω διατάξεως το δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι ο αναιρεσείων “απευθύνθηκε στις 14-11-2006 στο τμήμα οικογενειακής θεραπείας της μονάδας απεξαρτήσεως τοξικομανών- αλκοολικών (18 Άνω) του Ψυχιατρικού Νοσοκομείο Αττικής όπου παρακολούθησε και ολοκλήρωσε το θεραπευτικό πρόγραμμα…”, απέρριψε τον εκ του άνω λόγου ισχυρισμό του ότι ήταν τοξικομανής και δη κατά τον χρόνο της πράξεως (15 Αυγούστου 2005). Τέλος, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει και όταν το δικαστήριο αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της (αρνητική υπέρβαση). Κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 4139/2013 “Μετά την ολοκλήρωση με επιτυχία του εγκεκριμένου κατά νόμο συμβουλευτικού ή θεραπευτικού προγράμματος σωματικής αποτοξίνωσης με ή χωρίς υποκατάστατα και σωματικής και ψυχικής απεξάρτησης, που πιστοποιείται εγγράφως από τον επιστημονικό διευθυντή του οικείου προγράμματος: … γ) Το δικαστήριο αναγνωρίζει ελαφρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεωτικά στον δράστη που έχει τελέσει εγκλήματα από αυτά που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 32 και δυνητικά στις λοιπές περιπτώσεις εγκλημάτων”.
Συνεπώς με την συνδρομή της άνω προϋποθέσεως υποχρεωτικά χορηγείται το άνω ελαφρυντικό στις περιπτώσεις κατοχής ναρκωτικών ουσιών του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 4139/2013, λόγω της άνω παραπομπής στο άρθρο 32 του νόμου αυτού, το οποίο παραπέμπει στα εγκλήματα του άρθρου 31 μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα εγκλήματα του άρθρου 20. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δικαστήριο της ουσίας ενώ δέχθηκε ως αποδειχθέν ότι ο αναιρεσείων “απευθύνθηκε στις 14-11-2006 στο τμήμα οικογενειακής θεραπείας της μονάδας απεξαρτήσεως τοξικομανών- αλκοολικών (18 Άνω) του Ψυχιατρικού Νοσοκομείο Αττικής όπου παρακολούθησε και ολοκλήρωσε το θεραπευτικό πρόγραμμα…”, αρνήθηκε να ασκήσει δικαιοδοσία που έχει από το νόμο, παρότι συντρέχουν οι όροι ασκήσεώς της και δεν χορήγησε και μάλιστα οίκοθεν το άνω ελαφρυντικό του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και πρέπει κατά παραδοχή του δευτέρου σκέλους του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠοινΔ, τρίτου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη μόνον ως προς τον πρώτον αναιρεσείοντα και μόνον ως προς τις διατάξεις περί επιβολής της άνω ποινής καθείρξεως και περί επιμετρήσεως συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αντίστοιχο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, δεδομένου ότι η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 519 ΚΠοινΔ), να απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος. Πρέπει δε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως της δευτέρας αναιρεσείουσας και να καταδικασθεί αυτή στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 57/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου, μόνον ως προς τον αναιρεσείοντα Η. Π. του Κ. και μόνον κατά το μέρος της που δεν απεφάνθη περί της συνδρομής, στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικού του άρθρου 33 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής καθείρξεως έξι (6) ετών και περί επιμετρήσεως συνολικής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους, από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει την από 26-7-2013 (υπ’ αριθ. 5678/29-7-2013) αίτηση- δήλωση της Μ. Λ. του Α., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ. 57/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.